δαπανηρός

δᾰπᾰν-ηρός, ά, όν, of men,
A lavish, extravagant, Pl.R.564b, X.Mem.2.6.2; εἰς ἑαυτόν, εἰς ἀκολασίαν, Arist.EN1123a4, 1119b31.
II of things, expensive,

πόλεμος D.5.5

;

λειτουργία Arist. Pol.1309a18

, cf. EN1122a21: [comp] Comp.

-ότερα, λειτουργήματα Jul. Or.1.21d

. Adv.

-ρῶς X.HG6.5.4

.
III consuming,

πυ-ρ Ph.2.91

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δαπανηρός — lavish masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαπανηρός — ή, ό (AM δαπανηρός, ά, όν) [δαπάνη] 1. όποιος απαιτεί μεγάλη δαπάνη ή πολλά έξοδα 2. (για πρόσωπα) αυτός που ξοδεύει πολλά, ο σπάταλος αρχ. φρ. «δαπανηρὸν πῡρ» φωτιά που εξαφανίζει, που καταστρέφει …   Dictionary of Greek

  • δαπανηρός — [даланирос] εκ. расточительный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • δαπανηρός — ή, ό 1. αυτός που κοστίζει πολλά χρήματα: Η συντήρηση ενός μεγάλου σπιτιού είναι δαπανηρή. 2. ο σπάταλος, ο πολυέξοδος: Η ζωή που κάνει είναι εξαιρετικά δαπανηρή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δαπανηρά — δαπανηρός lavish neut nom/voc/acc pl δαπανηρά̱ , δαπανηρός lavish fem nom/voc/acc dual δαπανηρά̱ , δαπανηρός lavish fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαπανηρότερον — δαπανηρός lavish adverbial comp δαπανηρός lavish masc acc comp sg δαπανηρός lavish neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαπανηροτέρων — δαπανηρός lavish fem gen comp pl δαπανηρός lavish masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαπανηρῶν — δαπανηρός lavish fem gen pl δαπανηρός lavish masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαπανηρόν — δαπανηρός lavish masc acc sg δαπανηρός lavish neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαπανηραί — δαπανηρός lavish fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαπανηροτάτοις — δαπανηρός lavish masc/neut dat superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.